Μετάβαση στο περιεχόμενο

pinnacle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pinnacle pinnacles

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pinnacle (en)