life
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| life | lives |
| ανώμαλα ουσιαστικά (αγγλικά) | |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]life (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- (μη μετρήσιμο) η ζωή, ο βίος, η γενική κατάσταση που διαφοροποιεί τα ενόργανα όντα από τα άψυχα αντικείμενα και τους νεκρούς οργανισμούς
God gave life to man.
- Ο Θεός έδωσε ζωή στον άνθρωπο.
life on other planets - η ζωή στους άλλους πλανήτες
plant/animal life - η ζωή των φυτών/ζώων
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η ζωή, το χρονικό διάστημα από τη γέννηση ως το θάνατο
- (μετρήσιμο) η ζωή, ο άνθρωπος ως φορέας ζωής
How many lives were lost in the disaster?
- Πόσες ζωές χάθηκαν στη συμφορά;
- (μετρήσιμο) η ζωή, το σύνολο των εμπειριών και βιωμάτων κάποιου
She told me the story of her life.
- Μου διηγήθηκε όλη τη ζωή της.
- (μετρήσιμο) ο τρόπος ζωής
- (μη μετρήσιμο) η ζωή, το σύνολο των δραστηριοτήτων σε ορισμένο τομέα
the intellectual/cultural life in Greece - η πνευματική/πολιτιστική ζωή της Ελλάδας
- (μη μετρήσιμο) η ζωή, η ζωντάνια
The children were full of life.
- Τα παιδιά ήταν γεμάτα ζωή.
His presence gave a bit of life to the house.
- Η παρουσία του έδωσε λίγη ζωή στο σπίτι.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη liveliness
- (μετρήσιμο) η ζωή, ο χρόνος διάρκειας ή λειτουργίας προϊόντος
the life of a battery - η ζωή μιας μπαταρίας
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- all my life (η διατύπωση all of my life είναι συγκριτικά λιγότερο δόκιμη): 1. όλη μου η ζωή, 2. μεταφορικά· το πιο σημαντικό για 'μένα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- life - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 357. ISBN 9780194325684., λήμμα: ζωή